Θα παραπέμπει στη σελίδα κειμένου («Ιστορία» του σάιτ που υπάρχει ήδη).

«Αθάνατη» σχέση δεκαετιών

Η Στοά Αθανάτων

Στην καρδιά της Κεντρικής Αγοράς της Αθήνας βρίσκεται το μεγάλο εμπορικό κτήριο  “Στοά Αθανάτων“. Δεν είναι απλώς μία στοά: καταλαμβάνει το μισό οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Σοφοκλέους-Αθηνάς- Αρμοδίου-Φιλοποίμενος. Στο κέντρο του ακριβώς (ξεκινά από Σοφοκλέους 19) βρίσκεται η στοά, το επιμέρους που έδωσε έδωσε το όνομά του στο όλο κτήριο. Χτισμένο περί το 1870 από την οικογένεια Αγγελόπουλου –Αθάνατου (της Στάσης Αγγελοπούλου στην Πατησίων, όχι των Αγγελόπουλων των Ολυμπιακών Αγώνων) αποτελεί το συμπλήρωμα της Βαρβακείο Δημοτικής Αγοράς που στο εσωτερικό της είναι η ψαραγορά και και γύρω-γύρω η κρεταγορά. Η οδός Αρμοδίου που χωρίζει το κτήριο της Στοάς Αθανάτων με τη Βαρβάκειο Αγορά καλύφθηκε με στέγη  το 2004  και τώρα μοιάζουν με ενιαίο κτίσμα.

Την τελευταία δεκαετία η Στοά έγινε γνωστή από το ομώνυμο ρεμπετάδικο που φιλοξενεί, δίπλα στο οποίο παρατάσσονται  εξαιρετικά ουζερί. Όμως δεν είναι όπως του Ψυρή: η περιοχή: είναι πρωτίστως τόπος εμπορίου και δευτερευόντως διασκέδασης. Σήμερα τον εμπορικό τόνο δίνουν η Δημοτική Ψαραγορά και Κρεαταγορά, παλιότερα όμως υπήρχαν δεκάδες εξειδικευμένα μαγαζιά τροφίμων: σε τυριά, αλλαντικά, όσπρια, ξηρούς καρπούς, βότανα, μπαχαρικά, καφέδες, γλυκά, ενώ στη γωνία της Στοάς με τη Σοφοκλέους υπήρχε το μεγάλο γενικό παντοπωλείο «Βύρων» που ακόμα το θυμούνται για τον πλούτο και την ποιότητα των προϊόντων του οι παλιοί Αθηναίοι. Η άλλη άκρη της Στοάς, γωνία με την Αρμοδίου, ήταν ανέκαθεν τόπος όπου πωλούνταν ελιές, παστά, τουρσιά. Ίσως και από την εποχή της ανέγερσης του κτηρίου, το 1870. Ήταν πολύ μικρό κατάστημα, με ένα μέτρο μόλις πρόσβαση στο πεζοδρόμιο αλλά αυτά τα ελάχιστα μαγαζιά συντηρούσαν κάποτε πολλές οικογένειες, ιδιοκτήτη και υπαλλήλων. Όλη η Αθήνα, για να ψωνίσει φθηνά και ποιοτικά, κατέβαινε στην Κεντρική Αγορά τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.

 

Το οικογενειακό παντοπωλείο της Λουίζας και του Σταμάτη

Αυτόν τον ελάχιστο τόπο, παρέλαβε το 1957 ο Σάββας Ψυχογιός και συνέχισε να εμπορεύεται ελιές, αλίπαστα και τουρσιά. Στο χωριό του ιδρυτή, το Νιοχώρι Κυλλήνης του Νομού Ηλείας, η γιαγιά Ελένη και ο παππούς Μήτσος καλλιεργούσαν και επεξεργάζονταν πιπεριές, μελιτζανάκια, αγγουράκια για να τροφοδοτήσουν το μαγαζί στην Αθήνα. Το λάδι, τότε που επιτρεπόταν η χύμα πώλησή του, ερχόταν και αυτό από τους «κορωνέικους» ελαιώνες του χωριού, απλωμένους κάτω από το Κάστρο Χλεμούτσι. Οι φαγώσιμες ελιές και τα αλίπαστα επιλέγονταν με προσοχή από τα ελαιοπαραγωγικά κέντρα και τις βιοτεχνίες-βιομηχανίες παστών ψαριών όλης της χώρας (The Olive Shop of Sabbas Psychogios in the Agora). Ο βακαλάος και οι διπλοκαπνιστές ρέγγες ήσαν πάντα Ισλανδίας, όπως και ο ταραμάς και η «ταραμόγλωσσα», το αυγοτάραχο του βακαλάου δηλαδή που είναι η πρώτη ύλη για την παραγωγή του ταραμά. Κατά την περίοδο της Σαρακοστής το μαγαζί εμπλουτιζόταν με καλαμάρια, χαλβάδες, χταπόδια – αυτά τα μικρά λιαστά μαύρα χταπόδια που τα έχουν εξαφανίσει από την αγορά τα κατεψυγμένα.

Το 1979 έγινε συνέταιρος στο μαγαζί η αδελφή του Σάββα, η Γεωργία Ψυχογιού. Κατά καιρούς δούλεψαν εκεί και άλλοι συγγενείς και συγχωριανοί. Το 2000 ο Σάββας συνταξιοδοτήθηκε. Το 2001 ήρθε η σειρά της Γεωργίας να αποχωρήσει και το παρέδωσε στη μικρανηψιά της Λουίζα Ψυχογιού και στον άντρα της Σταμάτη Φλαμπούρη. Στυλοβάτης του μαγαζιού ήταν και ο ξάδελφός τους Γιώργος Παγκάκης που εργάστηκε εκεί 35 χρόνια. Συνεχίζει, όταν χρειάζεται, να βοηθάει ενώ ο Σάββας και η Γεωργία  δίνουν τις πολύτιμες συμβουλές τους και  μεταφέρουν την πείρα τους. Ο Λουκάς Μαχμούντ (που δουλεύει 10 χρόνια στο μαγαζί) έχει γίνει από τους καλύτερους εμπειρικούς connoisseurs σε ό,τι αφορά τις ελιές, τις ρέγγες, τους ταραμάδες, τις αντσούγιες, τους βακαλάους.

Από τα πολλά καταστήματα τροφίμων που υπήρχαν στο κτήριο της Στοάς Αθανάτων συνεχίζουν να λειτουργούν αυτά που βρίσκονται επί της Σοφοκλέους. Από όσα βρίσκονταν μέσα στην στοά καθεαυτή και επί της Αρμοδίου, μόνο το μαγαζί του Σάββα και της Γεωργίας επέζησε και επεκτάθηκε. Τα υπόλοιπα έγινα κρεοπωλεία ή ουζερί. Διότι το μαγαζί ήταν πασίγνωστο για την ποικιλία και την ποιότητα των προϊόντων του, τις λογικές τιμές του και τη φιλική εξυπηρέτηση. Υπήρχαν (και υπάρχουν πάντα) δεκάδες ποικιλίες από  ελληνικές ελιές στις καλύτερες ποιότητες και στα μεγαλύτερα μεγέθη, γνήσιος βακαλάος και ρέγγα Ισλανδίας, οι καλύτεροι ταραμάδες, φρέσκια λακέρδα από μεγάλα τορίκια (παλαμίδες) του Αιγαίου, σκουμπριά, σαρδέλες και αντσούγιες σε άλμη, παστά ή καπνιστά, νοστιμότατος χαλβάς. Υπάρχουν ακόμη η σπάνια «ταραμόγλωσσα» (αυγοτάραχο του μπακαλιάρου) και οι διάσημες αντσούγιες Ισπανίας – σε τιμές Κεντρικής Αγοράς και όχι «γκουρμέ» καταστημάτων. Όλα αυτά χύμα ή συσκευασμένα.

Η Λουίζα και ο Σταμάτης αναμόρφωσαν και εμπλούτισαν το μαγαζί του Σάββα και της Γεωργίας και με πολλά άλλα προϊόντα παντοπωλείου, δίνοντας βάρος σε εκλεκτά τοπικά προϊόντα: από τη Σαντορίνης (φάβα και κάπαρη), το Πήλιο (ζυμαρικά, μαρμελάδες, γλυκά, μέλι), τη Θράκη (μαρμελάδες και γλυκά από τα Πομακοχώρια, ταχίνι και χαλβάδες από την Ξάνθη), τις Πρέσπες (όσπρια), την Κύμη (σύκα), την Κρήτη (παξιμάδια, τσικουδιά, ρακόμελο, σάλτσες). Διαθέτουν ακόμη και τα περίφημα κρασιά «Κτήμα Μερκούρη», σε τιμές ιδιαίτερα προσιτές, ίσως τις καλύτερες της αγοράς. Υπόσχονται να τιμήσουν την 55χρονη παράδοση που ενώνει την οικογένεια με τους παλιούς πελάτες που έρχονται από όλη την Αθήνα και από τα προάστια για να βρουν την ποικιλία, την ποιότητα και την εξυπηρέτηση που γνωρίζουν καλά. Ελπίζουν πως και οι νέοι θα πειστούν ότι αυτή η «αθάνατη» σχέση δεκαετιών «αξίζει τον κόπο».